αιχμή

Το μυτερό πρόσθιο άκρο διαφόρων σύγχρονων εργαλείων ή όπλων (όπως το ξίφος και η ξιφολόγχη) καθώς και όπλων του παρελθόντος (όπως το βέλος, το δόρυ κ.ά.). Η α. είναι ένα από τα αρχαιότερα δημιουργήματα του ανθρώπου. Η επινόησή της χάνεται στα βάθη της κατώτερης παλαιολιθικής εποχής. Από τα ευρήματα της παλαιοανθρωπολογίας ξέρουμε πως οι αρχάνθρωποι της αχελλαίας περιόδου κατασκεύαζαν α. από πελεκημένη πέτρα (πιθανώς και από κόκαλα ή κέρατα ζώων) και τις χρησιμοποιούσαν είτε ως διατρητικά και κοπτικά εργαλεία είτε ως όπλα, αφού τις προσάρμοζαν στο άκρο κάποιου στελέχους (πρωτόγονο βέλος) ή κονταριού (πρωτόγονο δόρυ). Από τότε η α. βελτιωνόταν συνεχώς με το πέρασμα των αιώνων. Οι παλαιοανθρωπολόγοι μελετούν τις τελειοποιήσεις και τις εξελίξεις της, συνάγοντας έτσι συμπεράσματα για την πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπινου είδους. Λίθινες α. της παλαιολιθικής εποχής έχουν βρεθεί σε πολλές περιοχές της Ελλάδας· της αχελλαίας περιόδου στον νομό Κοζάνης, της μουστιαίας στον νομό Πρεβέζης, καθώς και άλλες από τους παλαιολιθικούς και τους νεολιθικούς χρόνους ή από τις εποχές του χαλκού και του σιδήρου. (Βοτ.) Επιστημονική ονομασία γένους διακοσμητικών φυτών της οικογένειας των βρωμελιδών, ιθαγενών των τροπικών χωρών της Αμερικής. Είναι ποώδη φυτά, με φύλλα πλατιά, σκληρά, λογχοειδή με ακανθωτά χείλη. Τα φύλλα σχηματίζουν ρόδακα, είναι δηλαδή τοποθετημένα στη βάση του βλαστού, κοντά στο έδαφος. Τα άνθη σχηματίζουν ταξιανθία στην άκρη ενός στελέχους που βγαίνει από το κέντρο του ρόδακα. Τα φυτά του γένους α. είναι προσαρμοσμένα στις ξηροφυτικές συνθήκες γι’ αυτό και χαρακτηρίζονται από επιδερμικά κύτταρα με παχύ κυτταρικό τοίχωμα και παρεγχυματικά κύτταρα με μεγάλη περιεκτικότητα νερού (υδατέγχυμα). Μπορούν να ευδοκιμήσουν παντού, αρκεί μόνο η νυχτερινή θερμοκρασία να μην πέφτει κάτω από 10°C. Γι’ αυτό, κατά τη διάρκεια του χειμώνα, σε κλίματα όπως της Ελλάδας, πρέπει να προφυλάσσονται σε κλειστούς χώρους. Τα κυριότερα από τα 150 είδη του γένους που καλλιεργούνται είναι η κυανίζουσα, με άνθη μπλε-κόκκινα και καρπούς λευκούς, η λαλίνδεια, με πρασινωπά, η καρμονέρυθρη με κοκκινωπά φύλλα και μεγάλα μπλε άνθη. (Μαθημ.) Ο όρος χαρακτηρίζει ένα ορισμένο είδος διπλών σημείων καμπυλών του επιπέδου. Μια α. ορίζεται ως εξής: έστω μία καμπύλη Γ του επιπέδου και Μ ένα διπλό σημείο της. Θα λέμε ότι το Μ είναι μία α. (είτε ένα σημείο ανάκαμψης του α’ είδους) της Γ, εάν ισχύουν τα εξής: α) υπάρχει ακριβώς μία εφαπτομένη της Γ στο Μ· β) υπάρχει μία περιοχή του Μ τέτοια, ώστε το εσωτερικό σε αυτή τμήμα της Γ να βρίσκεται ολόκληρο στο ένα από τα δύο μέρη του επιπέδου ως προς την κάθετη της εφαπτομένης της Γ στο Μ και γ) υπάρχει μία περιοχή του Μ τέτοια, ώστε η εφαπτομένη της Γ στο Μ να χωρίζει το εσωτερικό στην περιοχή αυτή τμήμα της Γ σε δύο τμήματα που βρίσκονται και από τις δύο πλευρές της εφαπτομένης στο Μ. Ένα παράδειγμα τέτοιου σημείου μας δίνει το σημείο Ο = (0,0) για την καμπύλη με εξίσωση ψ2 – x3 = 0 (ημικυβική παραβολή). Η καμπύλη έχει τη μορφή του α’ από τα προηγούμενα σχήματα με την παρατήρηση ότι είναι συμμετρική ως προς τον άξονα x. Στα μαθηματικά, ο όρος αιχμή χαρακτηρίζει ένα ορισμένο είδος διπλών σημείων καμπυλών του επιπέδου. Στα μαθηματικά, ο όρος αιχμή χαρακτηρίζει ένα ορισμένο είδος διπλών σημείων καμπυλών του επιπέδου.
* * *
η (Α αἰχμή)
1. η αιχμηρή απόληξη, το άκρο κάθε μυτερού αντικειμένου (δόρατος, ξίφους, αγκίστρου, βελόνας κ.λπ.)
2. το ακρότατο σημείο, η κορύφωση (αιχμή μιας αρρώστιας, αιχμή τής οικονομικής κρίσης, αιχμή τής κυκλοφορίας)
αρχ.
1. το άκρο, η λόγχη τού δόρατος
2. το ίδιο το δόρυ
3. σώμα στρατιωτών που έφεραν δόρυ, οι αιχμοφόροι*
4. πόλεμος, μάχη, συμπλοκή
5. (για αρρώστιες)
δριμύτητα, οξύτητα
6. φιλοπόλεμο πνεύμα, αλλά και γενικά οξυθυμία, ευέξαπτος χαρακτήρας
7. η τρίαινα τού Ποσειδώνος
8. (δοτ. εν.) αἰχμῇ
με το δόρυ, δηλ. στον πόλεμο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη κυρίως ποιητική. Στον πεζό λόγο τής αρχαίας με εξαίρεση τον Ηρόδοτο και τον Ξενοφώντα τόσο η ίδια η λ. αἰχμὴ όσο και τα παράγωγά της δεν χρησιμοποιούνται. Χρησιμοποιείται μόνον ευρύτερα το σύνθ. αιχμάλωτος (< αἰχμὴ + ἁλωτὸς < ἀλίσκομαι «συλλαμβάνω, κυριεύω») σε συνεχή χρήση μέχρι σήμερα. Η λέξη αἰχμὴ ανάγεται στη ΙΕ ρίζα *αἰκ- «δόρυχτυπώ με αιχμηρό όπλο» (πρβλ. λιθουαν. iēšmas, αρχ. πρωσσ. aysmis «λόγχη»). Ήτοι *αἰκ-σμᾱ > αἰχ-μά / αἰχ-μὴ (ο τ. με -ς- μαρτυρείται από τα Μυκηναϊκά: aikasama = αἰκ-σμᾱ). Αρχική σημ. τής λ. ήταν η δήλωση τού «αιχμηρού, μυτερού άκρου, τής αιχμής» — εν συνεχεία σήμανε συνεκδοχικά «το ακόντιο» και μεταφορικά «τη μάχη». Ομόρριζα τού αἰχμὴ είναι η γλώσσα τού Ησυχίου αἶκλοι («αἱ γωνίαι τοῦ βέλους») και τύποι με μηδενισμένη (χωρίς α) βαθμίδα θέματος (πρβλ. λατ. ico «βάλλω, κτυπώ»), όπως κυπρ. ἰκμαμένος (= «αιχμημένος», πληγωμένος), ἰκτέα («ακόντιον») στον Ησύχιο, ἴκταρ, επίρρ. «στην άκρη τού, μόλις ακουμπώντας, κοντά», πιθ. και τα ἴγδις, ἴγδη «το γουδί».
ΠΑΡ. αρχ. αἰχμάζω, αἰχμητήρ, αἰχμητής, αἰχμήεις
νεοελλ.
αιχμηρός, αιχμικός.
ΣΥΝΘ. αιχμάλωτος, αρχ. αἰχμόδετος, αἰχμοφόρος
νεοελλ.
αιχμοφιδής, αιχμοφοβία].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αἰχμή — point of a spear fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιχμή — η 1. η μύτη, η άκρη κάθε οργάνου που πληγώνει, τρυπά (μαχαιριού, βελόνας, καρφιού κτλ.): Τον είχε πληγώσει η αιχμή του ξίφους. 2. το ανώτατο σημείο, το αποκορύφωμα: Πέσαμε στην αιχμή της κυκλοφορίας. 3. εχθρικός υπαινιγμός: Τα λόγια του ήταν… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αἰχμῇ — αἰχμάζω throw the spear fut ind mid 2nd sg (doric) αἰχμάζω throw the spear fut ind act 3rd sg (doric) αἰχμή point of a spear fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιχμή — [эхми] ουσ. в. острив …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αἰχμῆι — αἰχμῇ , αἰχμάζω throw the spear fut ind mid 2nd sg (doric) αἰχμῇ , αἰχμάζω throw the spear fut ind act 3rd sg (doric) αἰχμῇ , αἰχμή point of a spear fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμαῖς — αἰχμή point of a spear fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμαῖσιν — αἰχμή point of a spear fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμαί — αἰχμή point of a spear fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμῇσι — αἰχμή point of a spear fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμῇσιν — αἰχμή point of a spear fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.